διχάλα

δῐ-χάλα, , [dialect] Dor. for διχήλη, the
A fork of the legs, Medici ap.Gal. 14.707.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διχάλα — η και διχάλι, το (AM διχάλα) νεοελλ. 1. κάθε αντικείμενο, φυσικό ή τεχνητό, με δύο σκέλη 2. παιδικό παιχνίδι με διχαλωτό σχήμα, σφεντόνα, λάστιχο 3. το γεωργικό εργαλείο δίκρανο 4. το σχήμα που σχηματίζει το κόκαλο τής ωμοπλάτης αρχ. η γωνία που… …   Dictionary of Greek

  • διχάλα — η 1. κάθε αντικείμενο φυσικό ή τεχνητό που καταλήγει σε δύο σκέλη: Χρησιμοποίησε μια ξύλινη διχάλα, για να στερεώσει το αδύναμο δεντράκι. 2. το γεωργικό εργαλείο δικράνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διχάλα — [дихала] ουσ. Θ. вилы …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διχάλαν — διχάλᾱν , διχάλα fork fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχαλώνω — [διχάλα] 1. πιάνω διχαλωτά, χιαστί 2. κάνω κάτι διχαλωτό 3. γίνομαι διχαλωτός …   Dictionary of Greek

  • διχαλῶν — διχάλα fork fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάλην — διχάλα fork fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχαλωτός — ή, ό αυτός που μοιάζει με διχάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < διχάλα + (κατάλ.) ωτός*] …   Dictionary of Greek

  • διχαλώνω — διχάλωσα, διχαλώθηκα, διχαλωμένος 1. πιάνω κάτι χρησιμοποιώντας διχάλα: Έπιασε το ρούχο με μια διχάλα. 2. κάνω κάτι διχαλωτό. 3. γίνομαι διχαλωτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποδότης — Γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την περισυλλογή και την ανύψωση των δεματίων των διαφόρων γεωργικών προϊόντων (σιτηρών, σανού κ.ά.), όταν αυτά πρόκειται να φορτωθούν, να τοποθετηθούν στην αλωνιστική μηχανή κλπ. Αποτελείται από ένα μακρύ …   Dictionary of Greek

  • λάστιχο — Βλ. λ. ελαστικό· κόμμεα ή γόμες. * * * το 1. το ελαστικό κόμμι σε οποιαδήποτε κατάσταση 2. το από καουτσούκ περίζωμα ή επίσωτρο τροχών και ιδίως τών αυτοκινήτων, αλλ. ελαστικό 3. διχάλα με ταινία από ελαστικό με την οποία εκσφενδονίζονται λίθοι 4 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.